Exam

Otestujte si úroveň své slovní zásoby!

Zajímá vás vaše slovní zásoba v cizím jazyce? Vezměte si náš test slovní zásoby nyní a zjistěte svou úroveň, od A1 (Začátečník) do C2 (Mistr)!

Seznam slov pro CEFR - Rozšiřte svou Slovní Zásobu C1 řeckou

Obrázek
Slovo
Přepis
Význam
Word

αναβάλλω

/anaˈvalɔ/

slov

καθυστερώ κάτι για αργότερα

Word

αναβάλλω

/anaˈvalɔ/

slov
καθυστερώ κάτι για αργότερα
Word

αναβιώνω

/anaviˈono/

slov

να κάνω κάτι ξανά ενεργό ή δυνατό

Word

αναβιώνω

/anaviˈono/

slov
να κάνω κάτι ξανά ενεργό ή δυνατό
Word

αναβίωση

/anaviˈosi/

podst

η διαδικασία επαναδραστηριοποίησης ή δημοτικότητας

Word

αναβίωση

/anaviˈosi/

podst
η διαδικασία επαναδραστηριοποίησης ή δημοτικότητας
Word

αναγκάζω

/anɐˈɡazo/

slov

Να αναγκάσω κάποιον να κάνει κάτι

Word

αναγκάζω

/anɐˈɡazo/

slov
Να αναγκάσω κάποιον να κάνει κάτι
Word

αναζήτηση

/anaziˈtisi/

podst

Μια μακρά αναζήτηση για κάτι δύσκολο να βρεθεί

Word

αναζήτηση

/anaziˈtisi/

podst
Μια μακρά αναζήτηση για κάτι δύσκολο να βρεθεί
Word

ανακατεύω

/anakaˈtevo/

slov

Αναμειγνύω κάτι μετακινώντας το με ένα κουτάλι

Word

ανακατεύω

/anakaˈtevo/

slov
Αναμειγνύω κάτι μετακινώντας το με ένα κουτάλι
Word

ανακτώ

/anaktó/

slov

να πάρω κάτι πίσω

Word

ανακτώ

/anaktó/

slov
να πάρω κάτι πίσω
Word

ανακτώ

/anaktó/

slov

να πάρω κάτι πίσω

Word

ανακτώ

/anaktó/

slov
να πάρω κάτι πίσω
Word

αναλογία

/analoˈɣia/

podst

σχέση μεταξύ δύο αριθμών

Word

αναλογία

/analoˈɣia/

podst
σχέση μεταξύ δύο αριθμών
Word

αναλογία

/analoˈɣia/

podst

Ένας τρόπος να δείξουμε πώς δύο πράγματα είναι παρόμοια

Word

αναλογία

/analoˈɣia/

podst
Ένας τρόπος να δείξουμε πώς δύο πράγματα είναι παρόμοια
Word

αναλόγως

/analoɡos/

přísl

με κατάλληλο τρόπο

Word

αναλόγως

/analoɡos/

přísl
με κατάλληλο τρόπο
Word

αναμειγνύω

/anamiˈɲi.o/

slov

Να αναμειγνύω πράγματα

Word

αναμειγνύω

/anamiˈɲi.o/

slov
Να αναμειγνύω πράγματα
Word

ανανεώνω

/ananeˈo̞no/

slov

να κάνω κάτι νέο ξανά

Word

ανανεώνω

/ananeˈo̞no/

slov
να κάνω κάτι νέο ξανά
Word

αναπαράγω

/anapaˈɾaɣo/

slov

Να κάνω ένα αντίγραφο κάποιου

Word

αναπαράγω

/anapaˈɾaɣo/

slov
Να κάνω ένα αντίγραφο κάποιου
Word

αναπαραγωγή

/anapaɾaɣi/

podst

Η διαδικασία δημιουργίας αντιγράφων ή γέννησης μωρών

Word

αναπαραγωγή

/anapaɾaɣi/

podst
Η διαδικασία δημιουργίας αντιγράφων ή γέννησης μωρών
Word

αναπηδώ

/anapiˈðo/

slov

να κινείται πάνω-κάτω επανειλημμένα

Word

αναπηδώ

/anapiˈðo/

slov
να κινείται πάνω-κάτω επανειλημμένα
Word

αναπληρωτής

/anapliroˈtis/

podst

Άτομο που βοηθά έναν ηγέτη

Word

αναπληρωτής

/anapliroˈtis/

podst
Άτομο που βοηθά έναν ηγέτη
Word

αναπόσπαστο

/anaˈpospasto/

příd jm

Απαραίτητο και σημαντικό ως μέρος ενός συνόλου

Word

αναπόσπαστο

/anaˈpospasto/

příd jm
Απαραίτητο και σημαντικό ως μέρος ενός συνόλου
Word

ανάπτυξη

/aˈnap.ti.ksi/

podst

Η πράξη μετακίνησης σε θέση

Word

ανάπτυξη

/aˈnap.ti.ksi/

podst
Η πράξη μετακίνησης σε θέση
Word

αναπτύσσω

/anapˈti̱so/

slov

Μετακινώ κάτι σε θέση για χρήση

Word

αναπτύσσω

/anapˈti̱so/

slov
Μετακινώ κάτι σε θέση για χρήση