Exam

Test Your Vocabulary Level!

Curious about your foreign language vocabulary skills? Take our Vocabulary Test now and discover your level, from A1 (Beginner) to C2 (Mastery)!

Wordlist for CEFR - Expand Your Vocabulary

Изображение
Дума
Транскрипция
Значение
Word

αρκετός

/aɾ.keˈtos/

αρκετός για έναν σκοπό

Word

αρκετός

/aɾ.keˈtos/

αρκετός για έναν σκοπό
Word

αρνητικός

/aɾniˈtikos/

Ένα κακό ή επιβλαβές πράγμα

Word

αρνητικός

/aɾniˈtikos/

Ένα κακό ή επιβλαβές πράγμα
Word

αρνούμαι

/arˈnume/

Να πω ότι κάτι δεν είναι αλήθεια

Word

αρνούμαι

/arˈnume/

Να πω ότι κάτι δεν είναι αλήθεια
Word

αρχειοθετώ

/arçioθeˈto/

Οργανώνω έγγραφα

Word

αρχειοθετώ

/arçioθeˈto/

Οργανώνω έγγραφα
Word

αρχή

/arˈçi/

Μια βασική αλήθεια ή κανόνας

Word

αρχή

/arˈçi/

Μια βασική αλήθεια ή κανόνας
Word

αρχηγός

/arˈçiɣos/

Ένας ηγέτης ή άτομο υπεύθυνο

Word

αρχηγός

/arˈçiɣos/

Ένας ηγέτης ή άτομο υπεύθυνο
Word

αρχικά

/arˈçi.ka/

Στην αρχή

Word

αρχικά

/arˈçi.ka/

Στην αρχή
Word

αρχικός

/arˈçi.kos/

Συμβαίνει στην αρχή

Word

αρχικός

/arˈçi.kos/

Συμβαίνει στην αρχή
Word

ασθενοφόρο

/asθeˈnoforo/

όχημα που μεταφέρει ασθενείς στο νοσοκομείο

Word

ασθενοφόρο

/asθeˈnoforo/

όχημα που μεταφέρει ασθενείς στο νοσοκομείο
Word

άστεγος

/ˈasteɣos/

χωρίς σπίτι

Word

άστεγος

/ˈasteɣos/

χωρίς σπίτι
Word

αστείο

/asteˈio/

Πολύ αστείο

Word

αστείο

/asteˈio/

Πολύ αστείο
Word

αστικός

/as.tiˈkos/

Σχετικός με την πόλη

Word

αστικός

/as.tiˈkos/

Σχετικός με την πόλη
Word

αστυνομικός

/astinomiˈkos/

αστυνομικός

Word

αστυνομικός

/astinomiˈkos/

αστυνομικός
Word

ασφαλίζω

/asfaˈli.zo/

Κάνω κάτι ασφαλές

Word

ασφαλίζω

/asfaˈli.zo/

Κάνω κάτι ασφαλές
Word

ασφάλιση

/asˈfa.lisi/

Ένα σύστημα προστασίας από απώλεια ή ζημιά

Word

ασφάλιση

/asˈfa.lisi/

Ένα σύστημα προστασίας από απώλεια ή ζημιά
Word

ατμός

/atˈmos/

Ζεστός υδρατμός

Word

ατμός

/atˈmos/

Ζεστός υδρατμός
Word

άτυχος

/ˈa.ti.xos/

με κακή τύχη

Word

άτυχος

/ˈa.ti.xos/

με κακή τύχη
Word

αυξάνω

/afˈksano/

να κάνω κάτι καλύτερο

Word

αυξάνω

/afˈksano/

να κάνω κάτι καλύτερο
Word

αυστηρά

/afstiˈra/

Με τρόπο που απαιτεί την τήρηση κανόνων

Word

αυστηρά

/afstiˈra/

Με τρόπο που απαιτεί την τήρηση κανόνων
Word

αυστηρός

/afstiˈros/

Απαιτεί να τηρούνται οι κανόνες

Word

αυστηρός

/afstiˈros/

Απαιτεί να τηρούνται οι κανόνες